δαμάλαι

δάμαλις
young cow
fem nom/voc pl
δαμάλᾱͅ , δάμαλις
young cow
fem dat sg (doric aeolic)
δαμάλᾱͅ , δαμάλη
fem dat sg (doric aeolic)
δαμάλης
subduer
masc nom/voc pl
δαμάλᾱͅ , δαμάλης
subduer
masc dat sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δάμαλαι — δαμάλη fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόρτις — και πόρις, ιος, ἡ, μτγν τ. πληθ. πόρτιας, και σπαν. αρσ., Α 1. νεαρή αγελάδα, θηλυκό μοσχαράκι («πολλαὶ δ αὖ δαμάλαι καὶ πόρτιες ὡδύραντο», Θεόκρ.) 2. νεαρό ζώο («πόρτις κεραή», Ορφ.) 3. νεαρή κόρη, κοπέλα («καὶ τήν ἄνυμφον πόρτιν ἁρπάσας λύκος» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.